ἱεριτεύω

ἱερ-ῑτεύω,
A serve as priest,

τᾷ Δάματρι IG 5(2).266

(Mantinea, i B.C.): [dialect] Dor. [full] ἱᾰριτεύω GDI5117 (Crete, iv/iii B.C.), 4841 ([place name] Cyrene): [tense] pf. part.

ἱαριτευωκότες Abh.Berl.Akad.1925

(5).7 (ibid.): later [full] ἱερειτεύω GDI4842 (ibid.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιεριτεύω — ἱεριτεύω και ἱερειτεύω, δωρ. τ. ἱαριτεύω (Α) ιερατεύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερός, αναλογικά προς το πολιτεύω*] …   Dictionary of Greek

  • ιερειτεύω — ἱερειτεύω (Α) βλ. ιεριτεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. και θεσσαλ. τ. τού ιεριτεύω*] …   Dictionary of Greek

  • ιαριτεύω — ἱαριτεύω (Α) (δωρ. τ.) βλ. ιεριτεύω …   Dictionary of Greek

  • ιερός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ ἱερός, ά, όν και ἱερός, όν, Α ιων. και ποιητ. τ. ἱρός, ή, όν, δωρ. τ. ἱαρός, αιολ. τ. ἶρος και ἴαρος) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον θεό ή στη λατρεία του και γενικά στη θρησκεία, άγιος, όσιος (α. «ιερό ευαγγέλιο» β.… …   Dictionary of Greek

  • συνιεριτεύω — Α συνιερατεύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἱεριτεύω «είμαι ιερέας»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.